Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βοεβόδας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίατίτλος διοικητή του βοεβοδάτου Βικιλεξικό
    • Ο Ζώης δημοσιεύει επιστολήν του βοεβόδα Πρεβέζης Αμετουλάχμπεη προς την προεδρείαν Ζακύνθου. "... Πρέβεζα 16 Απριλίου 1802. Της ευγένειας σου φίλος ειλικρινέστατος, Αμετουλάχμπεης και αφέντης Σαλαγώρης, Καπιτζίμπασης και Βοϊβόδας του Εμιλατηχουμαγιανίνων, Πρεβέζης, Βονίτζας, Πάργας και Βουθρουντού". Δι΄αυτής συνιστά απεσταλμένον του μεταβαίνοντι εις Κων/πολιν.

Ετυμολογία

βοεβόδας < μεσαιωνική ελληνική βοεβόδας / βεϊβόδας / βοϊβόδας / βόιβονδας / βοϊβόνδας / βοϊβόντας < σλαβικής προέλευσης войвода < πρωτοσλαβική *vojevoda < *voji (στρατός) + *voditi (οδηγώ) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβοεβόδαςβοεβόδες
Γενικήβοεβόδαβοεβόδων
Αιτιατικήβοεβόδαβοεβόδες
Κλητικήβοεβόδαβοεβόδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →