βοηθάω
•
- προσφέρω βοήθεια σε κάποιον, συμβάλλω στην προσπάθειά του να καταφέρει κάτι, διευκολύνω μια ενέργειά του, του προσφέρω υποστήριξη Βικιλεξικό
- Οι σακούλες που κουβαλάτε είναι πολύ βαριές. Να βοηθήσω;
- Το παιχνίδι βοηθάει τα παιδιά στην ανάπτυξη της φαντασίας τους.
- Μια φορά, χειμώνα καιρό, γένναγε η Κατσέναινα και ειδοποίησαν τη μάνα μου, τη μαμή, να πάει να βοηθήσει (Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, Λαογραφικά του Αχλαδόκαμπου, 1985, σελ. 131)
- συμβάλλω στη βελτίωση ή διατήρηση της λειτουργίας κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
- Σύμφωνα με μερικές μελέτες, ορισμένες βιταμίνες βοηθάνε τη μνήμη.
Ετυμολογία
βοηθάω < βοηθ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βοηθῶ, συνηρημένος τύπος του βοηθέω < βοηθός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βοηθάω / βοηθώ | βοηθάς / βοηθείς | βοηθά / βοηθάει / βοηθεί | βοηθάμε / βοηθούμε | βοηθάτε / βοηθείτε | βοηθάν / βοηθάνε / βοηθούν / βοηθούνε |
| Παρατατικός | βοήθαγα / βοηθούσα | βοήθαγες / βοηθούσες | βοήθαγε / βοηθούσε | βοηθάγαμε / βοηθούσαμε | βοηθάγατε / βοηθούσατε | βοήθαγαν / βοηθάγανε / βοηθούσαν / βοηθούσανε |
| Αόριστος | βοήθησα | βοήθησες | βοήθησε | βοηθήσαμε | — | — |
| Μέλλοντας | θα βοηθάω / θα βοηθήσω / θα βοηθώ | θα βοηθάς / θα βοηθήσεις / θα βοηθείς | θα βοηθά / θα βοηθάει / θα βοηθήσει / θα βοηθεί | θα βοηθάμε / θα βοηθήσουμε / θα βοηθούμε | θα βοηθάτε / θα βοηθείτε | θα βοηθάν / θα βοηθάνε / θα βοηθούν / θα βοηθούνε |
| Υποτακτική | να βοηθάω / να βοηθήσω / να βοηθώ | να βοηθάς / να βοηθήσεις / να βοηθείς | να βοηθά / να βοηθάει / να βοηθήσει / να βοηθεί | να βοηθάμε / να βοηθήσουμε / να βοηθούμε | να βοηθάτε / να βοηθείτε | να βοηθάν / να βοηθάνε / να βοηθούν / να βοηθούνε |
| Προστακτική | — | βοήθα / βοήθαγε / βοήθησε | — | — | βοηθάτε / βοηθείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βοηθήθηκαβοηθιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →