βοημικός
•
- σχετικός με τη Βοημία ή τους Βοημούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βοημικός < Βοημία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βοημικός | βοημική | βοημικό |
| Γενική | βοημικού | βοημικής | βοημικού |
| Αιτιατική | βοημικό | βοημική | βοημικό |
| Κλητική | βοημικέ | βοημική | βοημικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βοημικοί | βοημικές | βοημικά |
| Γενική | βοημικών | βοημικών | βοημικών |
| Αιτιατική | βοημικούς | βοημικές | βοημικά |
| Κλητική | βοημικοί | βοημικές | βοημικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →