βοθρίο
•
- γενικότεραμικρή, συνήθως στρογγυλή εσοχή ή κοιλότητα σε επιφάνεια, που παρατηρείται σε φυσικά σώματα ή ιστούς Βικιλεξικό
- γενικότεραμικρή, συνήθως στρογγυλή εσοχή ή κοιλότητα σε επιφάνεια, που παρατηρείται σε φυσικά σώματα ή ιστούς Βικιλεξικό
- γενικότεραμικρή, συνήθως στρογγυλή εσοχή ή κοιλότητα σε επιφάνεια, που παρατηρείται σε φυσικά σώματα ή ιστούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βοθρίο < ελληνιστική κοινή βοθρίον < αρχαία ελληνική βόθρος (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική fossa ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική fovea)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βοθρίο | βοθρία |
| Γενική | βοθρίου | βοθρίων |
| Αιτιατική | βοθρίο | βοθρία |
| Κλητική | βοθρίο | βοθρία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →