Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βολά

/voˈla/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποφορά Βικιλεξικό
    • Ωστόσο καμιά βολά που βραδιάζει και σηκώνουμε το κεφάλι απ’ τη σκάφη

Ετυμολογία

βολά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βολά < αρχαία ελληνική βολή με επίδραση του φορά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβολάβολές
Γενικήβολάς—
Αιτιατικήβολάβολές
Κλητικήβολάβολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →