βολβός
•
- βοτανικήο υπόγειος βλαστός μερικών φυτών που εκτελεί αποταμιευτική λειτουργία, καλύπτεται από χιτώνες σε πολλές στρώσεις ή φολίδες, έχει σφαιρικό σχήμα και καταλήγει σε μια οξεία προεξοχή (οφθαλμό), από την οποία αναπτύσσεται ο υπέργειος βλαστός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο φυτό που έχει τέτοιο υπόγειο βλαστό Βικιλεξικό
- ανατομίασφαιρικό όργανο του σώματος Βικιλεξικό
- βολβός του ματιού
Ετυμολογία
βολβός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βολβός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βολβός | βολβοί |
| Γενική | βολβού | βολβών |
| Αιτιατική | βολβό | βολβούς |
| Κλητική | βολβέ | βολβοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →