Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βολετός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βολεύει Βικιλεξικό
  2. που είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βολετός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βολετός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβολετόςβολετήβολετό
Γενικήβολετούβολετήςβολετού
Αιτιατικήβολετόβολετήβολετό
Κλητικήβολετέβολετήβολετό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβολετοίβολετέςβολετά
Γενικήβολετώνβολετώνβολετών
Αιτιατικήβολετούςβολετέςβολετά
Κλητικήβολετοίβολετέςβολετά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →