βολοκοπώ
•
- σβαρνίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βολοκοπώ < αρχαία ελληνική βωλοκοπέω / βωλοκοπῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βολοκοπώ | βολοκοπείς | βολοκοπεί | βολοκοπούμε | βολοκοπείτε | βολοκοπούν / βολοκοπούνε |
| Παρατατικός | βολοκοπούσα | βολοκοπούσες | βολοκοπούσε | βολοκοπούσαμε | βολοκοπούσατε | βολοκοπούσαν / βολοκοπούσανε |
| Αόριστος | βολοκόπησα | βολοκόπησες | βολοκόπησε | βολοκοπήσαμε | βολοκοπήσατε | βολοκοπήσαν / βολοκοπήσανε / βολοκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα βολοκοπήσω / θα βολοκοπώ | θα βολοκοπήσεις / θα βολοκοπείς | θα βολοκοπήσει / θα βολοκοπεί | θα βολοκοπήσουμε / θα βολοκοπούμε | θα βολοκοπήσετε / θα βολοκοπείτε | θα βολοκοπήσουν / θα βολοκοπήσουνε / θα βολοκοπούν / θα βολοκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω βολοκοπήσει | έχεις βολοκοπήσει | έχει βολοκοπήσει | έχουμε βολοκοπήσει | έχετε βολοκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βολοκοπήσει | είχες βολοκοπήσει | είχε βολοκοπήσει | είχαμε βολοκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βολοκοπήσει / να βολοκοπήσω / να βολοκοπώ | να έχεις βολοκοπήσει / να βολοκοπήσεις / να βολοκοπείς | να έχει βολοκοπήσει / να βολοκοπήσει / να βολοκοπεί | να έχουμε βολοκοπήσει / να βολοκοπήσουμε / να βολοκοπούμε | να έχετε βολοκοπήσει / να βολοκοπήσετε / να βολοκοπείτε | να βολοκοπήσουν / να βολοκοπήσουνε / να βολοκοπούν / να βολοκοπούνε |
| Προστακτική | — | βολοκόπει / βολοκόπησε | — | — | βολοκοπήστε / βολοκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →