Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βολταϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα βολτ ή (γενικότερα) με το σύστημα παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • βολταϊκό τόξο, βολταϊκή στήλη

Ετυμολογία

βολταϊκός < (λόγιο δάνειο) γαλλική voltaïque < ιταλική Alessandro Volta) + -ique (-ικός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβολταϊκόςβολταϊκήβολταϊκό
Γενικήβολταϊκούβολταϊκήςβολταϊκού
Αιτιατικήβολταϊκόβολταϊκήβολταϊκό
Κλητικήβολταϊκέβολταϊκήβολταϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβολταϊκοίβολταϊκέςβολταϊκά
Γενικήβολταϊκώνβολταϊκώνβολταϊκών
Αιτιατικήβολταϊκούςβολταϊκέςβολταϊκά
Κλητικήβολταϊκοίβολταϊκέςβολταϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →