βορβοροφαγία
•
- κυριολεκτικάτο να τρώει κάποιος (ή κάτι) βόρβορο, βούρκο, λάσπη Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ενέργεια ενός βορβοροφάγου, ενός βυθοκόρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βορβοροφαγία < βορβοροφάγος + -ία, μορφολογικά αναλύεται βόρβορ(ος) + -ο- + -φαγία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βορβοροφαγία | βορβοροφαγίες |
| Γενική | βορβοροφαγίας | βορβοροφαγιών |
| Αιτιατική | βορβοροφαγία | βορβοροφαγίες |
| Κλητική | βορβοροφαγία | βορβοροφαγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →