Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βορβορώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μοιάζει με βόρβορο Βικιλεξικό
    • Μόνο οι ήρωες μπορούν ν’ ανοίξουν φωτεινούς δρόμους στα βορβορώδη βάθη του υποσυνείδητου. (Jacques Lacarrière, Τα φτερά του Ίκαρου, μετάφραση Μίνωα Πόθου)

Ετυμολογία

βορβορώδης < βόρβορος + -ώδης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβορβορώδηςβορβορώδηςβορβορώδες
Γενικήβορβορώδουςβορβορώδουςβορβορώδους
Αιτιατικήβορβορώδηβορβορώδηβορβορώδες
Κλητικήβορβορώδη / βορβορώδηςβορβορώδηςβορβορώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβορβορώδειςβορβορώδειςβορβορώδη
Γενικήβορβορωδώνβορβορωδώνβορβορωδών
Αιτιατικήβορβορώδειςβορβορώδειςβορβορώδη
Κλητικήβορβορώδειςβορβορώδειςβορβορώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →