Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βορειοηπειρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη Βόρειο Ήπειρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βορειοηπειρωτικός < βόρειος + ηπειρωτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβορειοηπειρωτικόςβορειοηπειρωτικήβορειοηπειρωτικό
Γενικήβορειοηπειρωτικούβορειοηπειρωτικήςβορειοηπειρωτικού
Αιτιατικήβορειοηπειρωτικόβορειοηπειρωτικήβορειοηπειρωτικό
Κλητικήβορειοηπειρωτικέβορειοηπειρωτικήβορειοηπειρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβορειοηπειρωτικοίβορειοηπειρωτικέςβορειοηπειρωτικά
Γενικήβορειοηπειρωτικώνβορειοηπειρωτικώνβορειοηπειρωτικών
Αιτιατικήβορειοηπειρωτικούςβορειοηπειρωτικέςβορειοηπειρωτικά
Κλητικήβορειοηπειρωτικοίβορειοηπειρωτικέςβορειοηπειρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →