βορηάς
•
- παρωχημένοάλλη γραφή του βοριάς Βικιλεξικό
- Όταν ο βορηάς λυσσομανά τις νύκτες και οι ατελείωτοι γύρω πευκώνες βουίζουν, στο βάραθρον του Βίκου σκάζουν οι αέρινοι μυκηθμοί και αποδίδονται από το βάθος ουρλιάσματα τεράτων
- Ο βορηάς εκαθάρισε τις ομίχλες. […] Θα νόμιζε κανείς ότι το καλοκαίρι ξανάρθε
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βορηάς | βορηάδες |
| Γενική | βορηά | βορηάδων |
| Αιτιατική | βορηά | βορηάδες |
| Κλητική | βορηά | βορηάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →