βορικός
•
- χημείαπου έχει σχέση με το βόριο, αναφέρεται σ’ αυτό ή περιέχει βόριο Βικιλεξικό
- χημείατο βορικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βορικός < (άμεσο δάνειο) γαλλική borique < bore (βόριο) + -ique
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βορικός | βορική | βορικό |
| Γενική | βορικού | βορικής | βορικού |
| Αιτιατική | βορικό | βορική | βορικό |
| Κλητική | βορικέ | βορική | βορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βορικοί | βορικές | βορικά |
| Γενική | βορικών | βορικών | βορικών |
| Αιτιατική | βορικούς | βορικές | βορικά |
| Κλητική | βορικοί | βορικές | βορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →