Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαπου έχει σχέση με το βόριο, αναφέρεται σ’ αυτό ή περιέχει βόριο Βικιλεξικό
  2. χημείατο βορικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βορικός < (άμεσο δάνειο) γαλλική borique < bore (βόριο) + -ique

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβορικόςβορικήβορικό
Γενικήβορικούβορικήςβορικού
Αιτιατικήβορικόβορικήβορικό
Κλητικήβορικέβορικήβορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβορικοίβορικέςβορικά
Γενικήβορικώνβορικώνβορικών
Αιτιατικήβορικούςβορικέςβορικά
Κλητικήβορικοίβορικέςβορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →