βορός
•
- περιφραγμένη αυλή σπιτιού Βικιλεξικό
- περιφραγμένη χώρος για φύλαξη ζώων, μαντρί Βικιλεξικό
- Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι | νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια, (Κώστας Κρυστάλλης, Ήθελα νάμουν τσέλιγκας, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, 1893)
Ετυμολογία
βορός < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →