Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βοσκικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον βοσκό ή τη βοσκή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοη τέχνη του βοσκού ή η σχετική ενασχόληση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βοσκικός < βοσκός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβοσκικόςβοσκικήβοσκικό
Γενικήβοσκικούβοσκικήςβοσκικού
Αιτιατικήβοσκικόβοσκικήβοσκικό
Κλητικήβοσκικέβοσκικήβοσκικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβοσκικοίβοσκικέςβοσκικά
Γενικήβοσκικώνβοσκικώνβοσκικών
Αιτιατικήβοσκικούςβοσκικέςβοσκικά
Κλητικήβοσκικοίβοσκικέςβοσκικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →