βοσκικός
•
- που έχει σχέση με τον βοσκό ή τη βοσκή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοη τέχνη του βοσκού ή η σχετική ενασχόληση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βοσκικός < βοσκός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βοσκικός | βοσκική | βοσκικό |
| Γενική | βοσκικού | βοσκικής | βοσκικού |
| Αιτιατική | βοσκικό | βοσκική | βοσκικό |
| Κλητική | βοσκικέ | βοσκική | βοσκικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βοσκικοί | βοσκικές | βοσκικά |
| Γενική | βοσκικών | βοσκικών | βοσκικών |
| Αιτιατική | βοσκικούς | βοσκικές | βοσκικά |
| Κλητική | βοσκικοί | βοσκικές | βοσκικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →