βοσκόπουλο
•
- υποκοριστικόνεαρός βοσκός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βοσκόπουλο < βοσκ(ός) + -όπουλο (< -πουλος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βοσκόπουλο | βοσκόπουλα |
| Γενική | βοσκόπουλου | βοσκόπουλων |
| Αιτιατική | βοσκόπουλο | βοσκόπουλα |
| Κλητική | βοσκόπουλο | βοσκόπουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →