βοσκότοπος
•
- οποιαδήποτε περιοχή κατάλληλη για ελεύθερη βοσκή, π.χ. λιβάδια, κατάφυτες πλαγιές βουνών κ.λπ. όπου παρέχουν πλούσια χορτονομή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βοσκότοπος < βοσκ(ή) + -ό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βοσκότοπος | βοσκότοποι |
| Γενική | βοσκότοπου | βοσκότοπων |
| Αιτιατική | βοσκότοπο | βοσκότοπους |
| Κλητική | βοσκότοπε | βοσκότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →