βοτανολογώ
•
- είμαι βοτανολόγος Βικιλεξικό
- ξεβοτανίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βοτανολογώ < βοτανολόγος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βοτανολογώ | βοτανολογείς | βοτανολογεί | βοτανολογούμε | βοτανολογείτε | βοτανολογούν / βοτανολογούνε |
| Παρατατικός | βοτανολογούσα | βοτανολογούσες | βοτανολογούσε | βοτανολογούσαμε | βοτανολογούσατε | βοτανολογούσαν / βοτανολογούσανε |
| Αόριστος | βοτανολόγησα | βοτανολόγησες | βοτανολόγησε | βοτανολογήσαμε | βοτανολογήσατε | βοτανολογήσαν / βοτανολογήσανε / βοτανολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα βοτανολογήσω / θα βοτανολογώ | θα βοτανολογήσεις / θα βοτανολογείς | θα βοτανολογήσει / θα βοτανολογεί | θα βοτανολογήσουμε / θα βοτανολογούμε | θα βοτανολογήσετε / θα βοτανολογείτε | θα βοτανολογήσουν / θα βοτανολογήσουνε / θα βοτανολογούν / θα βοτανολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω βοτανολογήσει | έχεις βοτανολογήσει | έχει βοτανολογήσει | έχουμε βοτανολογήσει | έχετε βοτανολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βοτανολογήσει | είχες βοτανολογήσει | είχε βοτανολογήσει | είχαμε βοτανολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βοτανολογήσει / να βοτανολογήσω / να βοτανολογώ | να έχεις βοτανολογήσει / να βοτανολογήσεις / να βοτανολογείς | να έχει βοτανολογήσει / να βοτανολογήσει / να βοτανολογεί | να έχουμε βοτανολογήσει / να βοτανολογήσουμε / να βοτανολογούμε | να έχετε βοτανολογήσει / να βοτανολογήσετε / να βοτανολογείτε | να βοτανολογήσουν / να βοτανολογήσουνε / να βοτανολογούν / να βοτανολογούνε |
| Προστακτική | — | βοτανολόγει / βοτανολόγησε | — | — | βοτανολογήστε / βοτανολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →