Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βοτανολογώ

ρήμα
•
  1. είμαι βοτανολόγος Βικιλεξικό
  2. ξεβοτανίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βοτανολογώ < βοτανολόγος + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβοτανολογώβοτανολογείςβοτανολογείβοτανολογούμεβοτανολογείτεβοτανολογούν / βοτανολογούνε
Παρατατικόςβοτανολογούσαβοτανολογούσεςβοτανολογούσεβοτανολογούσαμεβοτανολογούσατεβοτανολογούσαν / βοτανολογούσανε
Αόριστοςβοτανολόγησαβοτανολόγησεςβοτανολόγησεβοτανολογήσαμεβοτανολογήσατεβοτανολογήσαν / βοτανολογήσανε / βοτανολόγησαν
Μέλλονταςθα βοτανολογήσω / θα βοτανολογώθα βοτανολογήσεις / θα βοτανολογείςθα βοτανολογήσει / θα βοτανολογείθα βοτανολογήσουμε / θα βοτανολογούμεθα βοτανολογήσετε / θα βοτανολογείτεθα βοτανολογήσουν / θα βοτανολογήσουνε / θα βοτανολογούν / θα βοτανολογούνε
Παρακείμενοςέχω βοτανολογήσειέχεις βοτανολογήσειέχει βοτανολογήσειέχουμε βοτανολογήσειέχετε βοτανολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βοτανολογήσειείχες βοτανολογήσειείχε βοτανολογήσειείχαμε βοτανολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω βοτανολογήσει / να βοτανολογήσω / να βοτανολογώνα έχεις βοτανολογήσει / να βοτανολογήσεις / να βοτανολογείςνα έχει βοτανολογήσει / να βοτανολογήσει / να βοτανολογείνα έχουμε βοτανολογήσει / να βοτανολογήσουμε / να βοτανολογούμενα έχετε βοτανολογήσει / να βοτανολογήσετε / να βοτανολογείτενα βοτανολογήσουν / να βοτανολογήσουνε / να βοτανολογούν / να βοτανολογούνε
Προστακτική—βοτανολόγει / βοτανολόγησε——βοτανολογήστε / βοτανολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →