βουβαίνομαι
•
- χάνω την ικανότητα της ομιλίας, γίνομαι βουβός Βικιλεξικό
- σωπαίνω, παύω να μιλώ, πχ από αμηχανία, συγκίνηση κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βουβαίνομαι < παθητική φωνή του ρήματος βουβαίνω
Άλλοι τύποι
βουβάθηκαβουβαθώβουβαινόμουνβουβαμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →