βουβαίνω
•
- στερώ από κάποιον την ικανότητα της ομιλίας, τον κάνω βουβό Βικιλεξικό
- Η απελπισία τη βούβανε τότε, ούτε φωνή έβγαλε, ούτε δάκρυ. (Πηνελόπη Δέλτα (1921) Το γραφτό [διήγημα])
Ετυμολογία
βουβαίνω < βουβός + -αίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βουβαίνω | βουβαίνεις | βουβαίνει | βουβαίνουμε | βουβαίνετε | βουβαίνουν / βουβαίνουνε |
| Παρατατικός | βούβαινα | βούβαινες | βούβαινε | βουβαίναμε | βουβαίνατε | βουβαίναν / βουβαίνανε / βούβαιναν |
| Αόριστος | βούβανα | βούβανες | βούβανε | βουβάναμε | βουβάνατε | βουβάναν / βουβάνανε / βούβαναν |
| Μέλλοντας | θα βουβάνω / θα βουβαίνω | θα βουβάνεις / θα βουβαίνεις | θα βουβάνει / θα βουβαίνει | θα βουβάνουμε / θα βουβαίνουμε | θα βουβάνετε / θα βουβαίνετε | θα βουβάνουν / θα βουβάνουνε / θα βουβαίνουν / θα βουβαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω βουβάνει | έχεις βουβάνει | έχει βουβάνει | έχουμε βουβάνει | έχετε βουβάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βουβάνει | είχες βουβάνει | είχε βουβάνει | είχαμε βουβάνει | είχατε βουβάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω βουβάνει / να βουβάνω / να βουβαίνω | να έχεις βουβάνει / να βουβάνεις / να βουβαίνεις | να έχει βουβάνει / να βουβάνει / να βουβαίνει | να έχουμε βουβάνει / να βουβάνουμε / να βουβαίνουμε | να έχετε βουβάνει / να βουβάνετε / να βουβαίνετε | να βουβάνουν / να βουβάνουνε / να βουβαίνουν / να βουβαίνουνε |
| Προστακτική | — | βούβαινε / βούβανε | — | — | βουβάνετε / βουβαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →