Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά τον Βούδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βουδικός < βούδας

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβουδικόςβουδικήβουδικό
Γενικήβουδικούβουδικήςβουδικού
Αιτιατικήβουδικόβουδικήβουδικό
Κλητικήβουδικέβουδικήβουδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβουδικοίβουδικέςβουδικά
Γενικήβουδικώνβουδικώνβουδικών
Αιτιατικήβουδικούςβουδικέςβουδικά
Κλητικήβουδικοίβουδικέςβουδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →