Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουητό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο συνεχής ήχος, ακαθόριστος, συνήθως χαμηλών συχνοτήτων Βικιλεξικό
    • Ένα βουητό από τζιτζίκια ξεχυνόταν μέσα στη στοά. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
    • Ο εργολάβος, αφού συμβουλεύτηκε το φασαριόζικο μηχάνημά του, που με τα διαολεμένα επαναλαμβανόμενα βουητά του σε έκανε να σκέφτεσαι ότι κάτω από τα πόδια σου κρύβεται ολόκληρος λόχος με τον εξοπλισμό του, υπέδειξε με την ίδια βεβαιότητα νέο σημείο λίγα μέτρα πιο πέρα. (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Θα πέσει η νύχτα, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)

Ετυμολογία

βουητό < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβουητόβουητά
Γενικήβουητούβουητών
Αιτιατικήβουητόβουητά
Κλητικήβουητόβουητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →