Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουκίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροπουποκοριστικό του βούκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βουκίτσα < βούκα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα < μεσαιωνική ελληνική βούκα < βενετικά buca (στόμιο, άνοιγμα) & boca (στόμα) < λατινικά bucca (μάγουλο) < κελτικά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβουκίτσαβουκίτσες
Γενικήβουκίτσας—
Αιτιατικήβουκίτσαβουκίτσες
Κλητικήβουκίτσαβουκίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →