Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουκολικός

/vu.ko.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο ποιμενικός, αυτός που έχει σχέση ή αναφέρεται στον βοσκό, ή στη ποιμενική ζωή Βικιλεξικό
    • βουκολική ποίηση

Ετυμολογία

βουκολικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βουκολικός. Συγχρονικά αναλύεται σε βουκόλ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβουκολικόςβουκολικήβουκολικό
Γενικήβουκολικούβουκολικήςβουκολικού
Αιτιατικήβουκολικόβουκολικήβουκολικό
Κλητικήβουκολικέβουκολικήβουκολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβουκολικοίβουκολικέςβουκολικά
Γενικήβουκολικώνβουκολικώνβουκολικών
Αιτιατικήβουκολικούςβουκολικέςβουκολικά
Κλητικήβουκολικοίβουκολικέςβουκολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →