βουλεβάρτο
•
- παρωχημένολεωφόρος Βικιλεξικό
- Η ενότητα αυτή έχει ως στόχο να παρουσιάσει τις παρισινές οδούς που είναι γνωστές με το όνομα «βουλεβάρτα» μέσα από λογοτεχνικά κείμενα, εικόνες και οπτικοακουστικό υλικό, προκειμένου να αναδειχτούν ως ιδανικοί τόποι ελεύθερης περιπλάνησης και προνομιακό πεδίο του ανέμελου περιπατητή. (*)
- λόγιοείδος (ελαφριού) θεατρικού έργου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βουλεβάρτο < (άμεσο δάνειο) γαλλική boulevard < ολλανδική bolwerk < bol + werk
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βουλεβάρτο | βουλεβάρτα |
| Γενική | βουλεβάρτου | βουλεβάρτων |
| Αιτιατική | βουλεβάρτο | βουλεβάρτα |
| Κλητική | βουλεβάρτο | βουλεβάρτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →