Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουλευτεία

/vu.leˈfti.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του βουλευτή, το βουλευτιλίκι Βικιλεξικό
  2. το χρονικό διάστημα που κάποιος διατελεί βουλευτής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βουλευτεία < ελληνιστική κοινή βουλευτεία. Συγχρονικά αναλύεται σε βουλευτ(ής) + -εία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβουλευτείαβουλευτείες
Γενικήβουλευτείαςβουλευτειών
Αιτιατικήβουλευτείαβουλευτείες
Κλητικήβουλευτείαβουλευτείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →