Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουλευτιλίκι

/vu.le.ftiˈli.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πολιτικήη ιδιότητα του βουλευτή Βικιλεξικό
    • Τα υπηρεσιακά αυτοκίνητα μπορεί να μην είναι το μείζον θέμα της εποχής. Η μεγάλη αντίσταση – άρνηση που συναντάει όμως η διακοπή της παροχής έχει πολλά συνδηλούμενα. Κυρίως, δηλώνει απροκάλυπτα ότι το «βουλευτιλίκι» εξακολουθεί να μετράει περισσότερο από την ιδιότητα του βουλευτή. Να μην απολαμβάνει μόνο γενική ασυλία αλλά και ανοσία.

Ετυμολογία

βουλευτιλίκι < βουλευτ(ής) + -ιλίκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβουλευτιλίκιβουλευτιλίκια
Γενική——
Αιτιατικήβουλευτιλίκιβουλευτιλίκια
Κλητικήβουλευτιλίκιβουλευτιλίκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →