Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουλητικός

/vu.li.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με ή αναφέρεται στην βούληση Βικιλεξικό
  2. γραμματικήπου εκφράζει βούληση, επιθυμία, πρόθεση, παρότρυνση, υπόθεση ή περιληπτική πρόσκληση Βικιλεξικό
    • Το βούλομαι είναι βουλητικό ρήμα.
  3. γραμματικήπου εισάγεται δευτερευόντως με το μόριο «να» και δηλώνει την βούληση του υποκειμένου Βικιλεξικό
    • Θέλω να γυρίσω.
  4. ψυχολογία«το βουλητικό» μέρος της ψυχής που σχετίζεται με την βούληση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βουλητικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα βουλητικός < ελληνιστική κοινή βουλητικός (ικανός να έχει θέληση).

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβουλητικόςβουλητικήβουλητικό
Γενικήβουλητικούβουλητικήςβουλητικού
Αιτιατικήβουλητικόβουλητικήβουλητικό
Κλητικήβουλητικέβουλητικήβουλητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβουλητικοίβουλητικέςβουλητικά
Γενικήβουλητικώνβουλητικώνβουλητικών
Αιτιατικήβουλητικούςβουλητικέςβουλητικά
Κλητικήβουλητικοίβουλητικέςβουλητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →