βουλιάζω
•
- μεταβατικόβυθίζω Βικιλεξικό
- αμετάβατοβυθίζομαι Βικιλεξικό
- υποχωρώ, παθαίνω καθίζηση Βικιλεξικό
- βούλιαξε η πόρτα του αυτοκινήτου
Ετυμολογία
βουλιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βουλίζω & βουλιάζω < ελληνιστική κοινή grc (εξετάζω το πόσο βάθος έχει η θάλασσα ρίχνοντας μέσα μία βολίδα)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βουλιάζω | βουλιάζεις | βουλιάζει | βουλιάζουμε | βουλιάζετε | βουλιάζουν / βουλιάζουνε |
| Παρατατικός | βούλιαζα | βούλιαζες | βούλιαζε | βουλιάζαμε | βουλιάζατε | βουλιάζαν / βουλιάζανε / βούλιαζαν |
| Αόριστος | βούλιαξα | βούλιαξες | βούλιαξε | βουλιάξαμε | βουλιάξατε | βουλιάξαν / βουλιάξανε / βούλιαξαν |
| Μέλλοντας | θα βουλιάζω / θα βουλιάξω | θα βουλιάζεις / θα βουλιάξεις | θα βουλιάζει / θα βουλιάξει | θα βουλιάζουμε / θα βουλιάξουμε | θα βουλιάζετε / θα βουλιάξετε | θα βουλιάζουν / θα βουλιάζουνε / θα βουλιάξουν / θα βουλιάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω βουλιάξει | έχεις βουλιάξει | έχει βουλιάξει | έχουμε βουλιάξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βουλιάξει | είχες βουλιάξει | είχε βουλιάξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βουλιάξει / να βουλιάζω / να βουλιάξω | να έχεις βουλιάξει / να βουλιάζεις / να βουλιάξεις | να έχει βουλιάξει / να βουλιάζει / να βουλιάξει | να έχουμε βουλιάξει / να βουλιάζουμε / να βουλιάξουμε | να βουλιάζετε / να βουλιάξετε | να βουλιάζουν / να βουλιάζουνε / να βουλιάξουν / να βουλιάξουνε |
| Προστακτική | — | έχε βουλιαγμένο / βούλιαζε / βούλιαξε, βούλιαχ' | — | — | βουλιάζετε / βουλιάξτε, βουλιάχτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →