βουλουσέρνου
•
- ιδιωματικόισιώνω το έδαφος από τους χωμάτινους σβώλους που δημιουργούνται μετά το όργωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βουλουσέρνου < βώλ(ους) (< αρχαία ελληνική βῶλος) + -ο- + σέρνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →