βουλώνω
•
- μεταβατικόκλείνω στεγανά κάτι χρησιμοποιώντας ένα βούλωμα Βικιλεξικό
- «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)
- μεταβατικόγεμίζω ένα κενό χρησιμοποιώντας κάποιο υλικό Βικιλεξικό
- ο μπογιατζής προσπαθούσε να βουλώσει με στόκο μια μεγάλη τρύπα
- (μεταφορικά) προσπαθώ να αντιμετωπίσω κάποιες ανάγκες
- κάνουμε οικονομία για να βουλώσουμε καμιά τρύπα
- αμετάβατογια αγωγό που είναι φραγμένος σε κάποιο σημείο Βικιλεξικό
- βούλωσε ο νεροχύτης και έφτασαν τα νερά στο διάδρομο
- βουλώνουν τα αφτιά μου: υπάρχει υγρό στον ακουστικό πόρο και δεν ακούω καλά
- μεταφορικάκάνω κάποιον να σταματήσει να μιλάει εναντίον μου Βικιλεξικό
- πρέπει να βουλώσουμε μερικά στόματα
- υβριστικόσταματάω να μιλάω, σωπαίνω, σκάω, βγάζω το σκασμό (με την αντωνυμία «το» εννοείται το «στόμα») Βικιλεξικό
- θα το βουλώσεις επιτέλους;
Ετυμολογία
βουλώνω < βούλα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →