Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουλώνω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόκλείνω στεγανά κάτι χρησιμοποιώντας ένα βούλωμα Βικιλεξικό
    • «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)
  2. μεταβατικόγεμίζω ένα κενό χρησιμοποιώντας κάποιο υλικό Βικιλεξικό
    • ο μπογιατζής προσπαθούσε να βουλώσει με στόκο μια μεγάλη τρύπα
    • (μεταφορικά) προσπαθώ να αντιμετωπίσω κάποιες ανάγκες
    • κάνουμε οικονομία για να βουλώσουμε καμιά τρύπα
  3. αμετάβατογια αγωγό που είναι φραγμένος σε κάποιο σημείο Βικιλεξικό
    • βούλωσε ο νεροχύτης και έφτασαν τα νερά στο διάδρομο
    • βουλώνουν τα αφτιά μου: υπάρχει υγρό στον ακουστικό πόρο και δεν ακούω καλά
  4. μεταφορικάκάνω κάποιον να σταματήσει να μιλάει εναντίον μου Βικιλεξικό
    • πρέπει να βουλώσουμε μερικά στόματα
  5. υβριστικόσταματάω να μιλάω, σωπαίνω, σκάω, βγάζω το σκασμό (με την αντωνυμία «το» εννοείται το «στόμα») Βικιλεξικό
    • θα το βουλώσεις επιτέλους;

Ετυμολογία

βουλώνω < βούλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →