βουρλίζω
•
- τρελαίνω κάποιον, τον κάνω έξαλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βουρλίζω < μεσαιωνική ελληνική βουρλίζω (τρέμω σαν βούρλο)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βουρλίζω | βουρλίζεις | βουρλίζει | βουρλίζουμε | βουρλίζετε | βουρλίζουν / βουρλίζουνε |
| Παρατατικός | βούρλιζα | βούρλιζες | βούρλιζε | βουρλίζαμε | βουρλίζατε | βουρλίζαν / βουρλίζανε / βούρλιζαν |
| Αόριστος | βούρλισα | βούρλισες | βούρλισε | βουρλίσαμε | βουρλίσατε | βουρλίσαν / βουρλίσανε / βούρλισαν |
| Μέλλοντας | θα βουρλίζω / θα βουρλίσω | θα βουρλίζεις / θα βουρλίσεις | θα βουρλίζει / θα βουρλίσει | θα βουρλίζουμε / θα βουρλίσουμε | θα βουρλίζετε / θα βουρλίσετε | θα βουρλίζουν / θα βουρλίζουνε / θα βουρλίσουν / θα βουρλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βουρλίσει | έχεις βουρλίσει | έχει βουρλίσει | έχουμε βουρλίσει | έχετε βουρλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βουρλίσει | είχες βουρλίσει | είχε βουρλίσει | είχαμε βουρλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βουρλίσει / να βουρλίζω / να βουρλίσω | να έχεις βουρλίσει / να βουρλίζεις / να βουρλίσεις | να έχει βουρλίσει / να βουρλίζει / να βουρλίσει | να έχουμε βουρλίσει / να βουρλίζουμε / να βουρλίσουμε | να έχετε βουρλίσει / να βουρλίζετε / να βουρλίσετε | να βουρλίζουν / να βουρλίζουνε / να βουρλίσουν / να βουρλίσουνε |
| Προστακτική | — | βούρλιζε / βούρλισε | — | — | βουρλίζετε / βουρλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →