βουρτσίζω
•
- καθαρίζω κάτι χρησιμοποιώντας μια βούρτσα Βικιλεξικό
- ο λούστρος βούρτσισε τα παπούτσια και τα πέρασε με βερνίκι Βικιλεξικό
- o πατέρας μου μου λέει να βουρτσίζω τα δόντια μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βουρτσίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βουρτσίζω / βυρτσίζω < → δείτε τη λέξη βρούτσα
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βουρτσίζω | βουρτσίζεις | βουρτσίζει | βουρτσίζουμε | βουρτσίζετε | βουρτσίζουν / βουρτσίζουνε |
| Παρατατικός | βούρτσιζα | βούρτσιζες | βούρτσιζε | βουρτσίζαμε | βουρτσίζατε | βουρτσίζαν / βουρτσίζανε / βούρτσιζαν |
| Αόριστος | βούρτσισα | βούρτσισες | βούρτσισε | βουρτσίσαμε | βουρτσίσατε | βουρτσίσαν / βουρτσίσανε / βούρτσισαν |
| Μέλλοντας | θα βουρτσίζω / θα βουρτσίσω | θα βουρτσίζεις / θα βουρτσίσεις | θα βουρτσίζει / θα βουρτσίσει | θα βουρτσίζουμε / θα βουρτσίσουμε | θα βουρτσίζετε / θα βουρτσίσετε | θα βουρτσίζουν / θα βουρτσίζουνε / θα βουρτσίσουν / θα βουρτσίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βουρτσίσει | έχεις βουρτσίσει | έχει βουρτσίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βουρτσίσει | είχες βουρτσίσει | είχε βουρτσίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βουρτσίσει / να βουρτσίζω / να βουρτσίσω | να έχεις βουρτσίσει / να βουρτσίζεις / να βουρτσίσεις | να έχει βουρτσίσει / να βουρτσίζει / να βουρτσίσει | να βουρτσίζουμε / να βουρτσίσουμε | να βουρτσίζετε / να βουρτσίσετε | να βουρτσίζουν / να βουρτσίζουνε / να βουρτσίσουν / να βουρτσίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε βουρτσισμένο / βούρτσιζε / βούρτσισε | — | — | βουρτσίζετε / βουρτσίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βουρτσίστηκαβουρτσίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →