Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουτηχτής

/vu.tiˈxtis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που βουτάει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βουτηχτής < (βουτάω/βουτώ), θέμα βουτηκ- + -τής με ανομοίωση στην άρθρωση [kt] > [xt]

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβουτηχτήςβουτηχτάδες / βουτηχτές
Γενικήβουτηχτήβουτηχτάδων / βουτηχτών
Αιτιατικήβουτηχτήβουτηχτάδες / βουτηχτές
Κλητικήβουτηχτήβουτηχτάδες / βουτηχτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →