βουτηχτής
•
- αυτός που βουτάει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βουτηχτής < (βουτάω/βουτώ), θέμα βουτηκ- + -τής με ανομοίωση στην άρθρωση [kt] > [xt]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βουτηχτής | βουτηχτάδες / βουτηχτές |
| Γενική | βουτηχτή | βουτηχτάδων / βουτηχτών |
| Αιτιατική | βουτηχτή | βουτηχτάδες / βουτηχτές |
| Κλητική | βουτηχτή | βουτηχτάδες / βουτηχτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →