βοϊδοσβουνιά
•
- προφορικότα κόπρανα του βοδιού Βικιλεξικό
- […] ξαπλωμένος στο κρεβάτι του μια μέρα, βλέπει μια βοϊδοσβουνιά κολλημένη στο δοκάρι της στέγης.
Ετυμολογία
βοϊδοσβουνιά < βοϊδο- (< βόιδι) + σβουνιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βοϊδοσβουνιά | βοϊδοσβουνιές |
| Γενική | βοϊδοσβουνιάς | βοϊδοσβουνιών |
| Αιτιατική | βοϊδοσβουνιά | βοϊδοσβουνιές |
| Κλητική | βοϊδοσβουνιά | βοϊδοσβουνιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →