βοϊδόμυγα
•
- έντομοχοντρή μύγα της οποίας το θηλυκό τρέφεται από το αίμα των ζώων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βοϊδόμυγα < βόιδ(ι) + -ό- + μύγα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βοϊδόμυγα | βοϊδόμυγες |
| Γενική | βοϊδόμυγας | βοϊδόμυγων |
| Αιτιατική | βοϊδόμυγα | βοϊδόμυγες |
| Κλητική | βοϊδόμυγα | βοϊδόμυγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →