βούα
•
- ιδιωματικόοριζόντιος ιστός του αργαλειού· (κατ’ επέκταση) αργαλειός Βικιλεξικό
- Δε βούα και πάρε πανί· 'δε μάννα και πάρε κόρη (παροιμία της Νισύρου)
- ιδιωματικόλάκκος στον οποίον αποθηκεύονται σιτηρά, ιδίως κριθάρι, συνήθως μέσα σε άχυρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βούα < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →