Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βούβα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόμερίδιο^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βούβα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβούβαβούβες
Γενικήβούβαςβουβών
Αιτιατικήβούβαβούβες
Κλητικήβούβαβούβες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

βουβά

επίρρημα
•
  1. με βουβό τρόπο, χωρίς λόγια, χωρίς ήχο Βικιλεξικό
    • το πλήθος παρακολουθούσε βουβά το θέαμα

Ετυμολογία

βουβά < βουβός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →