βούζια
•
- φυτόποώδες πολυετές φυτό (Ακτέα η Ήβουλη–Sambucus ebulus), γνωστότερο στην κοινή ελληνική ως αγριοκουφοξυλιά, αφροξυλιά ή βρομοξυλιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βούζια < πρωτοσλαβική *bъzъ / *bazъ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βούζια | βούζια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | — | βούζια |
| Κλητική | — | βούζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →