βούρα
•
- χούφτα, παλάμη, δράκα Βικιλεξικό
- Αε-Σπυρίδων επήρεν έναν ψεμένον κεραμίτ, έσπιγξεν κι έγλυσεν α 'ς σην βούραν ατ'απέσ' (Σάββας Πορφ. Παπαδόπουλος, «Παραδόσεις - θρύλοι περιοχής Καρς», Αρχείον Πόντου 42 (1988-89), σ. 125)
Ετυμολογία
βούρα < βέρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →