Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βράχνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η βραχνάδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βράχνα < βραχνός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβράχναβράχνες
Γενικήβράχνας—
Αιτιατικήβράχναβράχνες
Κλητικήβράχναβράχνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

βραχνά

επίρρημα
•
  1. με βραχνή φωνή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βραχνά < βραχνός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →