βράχυνση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βραχύνω Βικιλεξικό
- γραμματικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βραχύνω Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βραχύνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βραχύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βράχυνση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική βράχυνσις < αρχαία ελληνική βραχύνω < βραχύς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βράχυνση | βραχύνσεις |
| Γενική | βράχυνσης | βραχύνσεων |
| Αιτιατική | βράχυνση | βραχύνσεις |
| Κλητική | βράχυνση | βραχύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →