βρέβιο
•
- ιστορίαεπίσημο έγγραφο ή κώδικας μονής ή ναού που αναγράφει ονόματα (κτιτόρων, αφιερωτών, δωρητών κ.λπ.), προκειμένου να μνημονεύονται κατά την προσκομιδή ή σε άλλες περιπτώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρέβιο < μεσαιωνική ελληνική βραβεῖον / βρέβαιον < ελληνιστική κοινή βρέβιον < λατινική brevis (βραχύς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρέβιο | βρέβια |
| Γενική | βρέβιου / βρεβίου | βρέβιων / βρεβίων |
| Αιτιατική | βρέβιο | βρέβια |
| Κλητική | βρέβιο | βρέβια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →