βρέσιμο
•
- λαϊκότροποη (τυχαία) εύρεση, η ανεύρεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρέσιμο < … < αρχαία ελληνική εὕρεσις < εὑρίσκω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρέσιμο | βρεσίματα |
| Γενική | βρεσίματος | βρεσιμάτων |
| Αιτιατική | βρέσιμο | βρεσίματα |
| Κλητική | βρέσιμο | βρεσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →