βρέχει
•
- για τη βροχόπτωση, το φυσικό φαινόμενο της βροχής, ρίχνει βροχή, πέφτει βροχή Βικιλεξικό
- Η μπουγάδα είχε τελειώσει, τα ρούχα ήταν απλωμένα στην ταράτσα, ο καιρός μουντός αλλά τουλάχιστον δεν έβρεχε (Ευγενία Φακίνου, Στο αυτί της αλεπούς, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)
- μεταφορικάγια κάτι που πέφτει ή που έρχεται σε μεγάλη ποσότητα (σαν βροχή) Βικιλεξικό
- βρέχει λεφτά
- «βρέχει φωτιά στη στράτα μου...» (στίχος τραγουδιού)
Ετυμολογία
βρέχει: ρηματικός τύπος στο τρίτο ενικό πρόσωπο και σε απρόσωπη χρήση του ρήματος βρέχω
Άλλοι τύποι
έβρεξεέβρεχεβρέξει
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →