βρίσκομαι
•
- είμαι σε έναν συγκεκριμένο τόπο Βικιλεξικό
- εντοπίζομαι, γίνομαι αντιληπτός σε μια τοποθεσία ή κατάσταση Βικιλεξικό
- συναντιέμαι με κάποιον Βικιλεξικό
- πότε θα βρεθούμε;
Ετυμολογία
βρίσκομαι: παθητική φωνή του ρήματος βρίσκω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →