Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βραδάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το βράδυ, η ώρα που αρχίζει να βραδιάζει Βικιλεξικό
    • Τις μέρες που δεν είχα στούντιο, δεν είχα καθισιό, έβγαινα και περπατούσα το βραδάκι στην Αθήνα, που ήταν μισοάδεια ντάλα καλοκαίρι (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 165)

Ετυμολογία

βραδάκι < βράδυ + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβραδάκιβραδάκια
Γενική——
Αιτιατικήβραδάκιβραδάκια
Κλητικήβραδάκιβραδάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →