βραδιάζει
•
- έρχεται το βράδυ, πέφτει σιγά σιγά το σκοτάδι Βικιλεξικό
- όταν βράδιαζε μαζευόμαστε στο καθιστικό και ακούγαμε ιστορίες από τον παππού
- τρίτο ενικό πρόσωπο του ρήματος βραδιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραδιάζει < τρίτο ενικό πρόσωπο του ρήματος βραδιάζω
Άλλοι τύποι
βράδιαζεβράδιασεβραδιάσει
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →