βραδινό
•
- βραδινό φαγητό, το δείπνο Βικιλεξικό
- Μόλις είχαν τελειώσει το βραδινό στο ακομοδέσιο, κι ο Αρίστος του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει στην κουβέρτα. Φόρεσαν τις λαδιές νιτσεράδες και κάλυψαν τα κεφάλια με μάλλινα σκουφιά. (Βανέσα Αδαμοπούλου, Αθώοι στον έρωτα, 2011)
Ετυμολογία
βραδινό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο βραδινός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βραδινό | βραδινά |
| Γενική | βραδινού | βραδινών |
| Αιτιατική | βραδινό | βραδινά |
| Κλητική | βραδινό | βραδινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →